Νέες εκλογές και Υπηρεσιακή Κυβέρνηση

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Η Βουλή των Ελλήνων θα ανοίξει την Πέμπτη 17 Μαΐου με την ορκωμοσία των βουλευτών, την επομένη θα γίνει η εκλογή του Προεδρείου και θα διαλυθεί το Σάββατο 19 Μαΐου. Σύμφωνα με το Σύνταγμα (άρθρο 41), το διάταγμα για τη διάλυση της Βουλής πρέπει να περιλαμβάνει συγχρόνως την προκήρυξη εκλογών μέσα σε τριάντα ημέρες και τη σύγκληση της νέας Βουλής μέσα σε άλλες τριάντα ημέρες από τις εκλογές.

Στις νεές εκλογές δεν θα υπάρχει σταυρός προτίμησης στους υποψηφίους καθώς θα διεξαχθούν με λίστα. Οι ψηφοφόροι δηλαδή θα ψηφίσουν μόνο το κόμμα χωρίς να επιλέξουν κάποιο υποψήφιο από αυτό. Δικαίωμα συμμετοχής έχουν όλα τα κόμματα ακόμα και αυτά που δεν πήραν το ελάχιστο 3% για να μπουν στη Βουλή. Ο αρχηγός του κάθε κόμματος έχει το δικαίωμα να καταρτίσει τις λίστες των ψηφοδελτίων με τους υποψηφίους που επιθυμεί ακόμα και αν εκείνοι δεν εξελέγησαν στις εκλογές της 6ης Μαΐου και να θέσει εκτός ψηφοδελτίων βουλευτές οι οποίοι εξελέγησαν στην πρόσφατη εκλογική διαδικασία. Ο εκλογικός νόμος περιέχει την πρόβλεψη ότι εφόσον επαναπροκηρυχτούν εκλογές μέσα σε 18 μήνες από τις προηγούμενες, τότε αυτές θα γίνουν με δεσμευμένη λίστα υποψηφίων όπως έγιναν οι εκλογές του 1985.

Το ΠΔ 152/1985 στο οποίο και ρητά παραπέμπει ο εκλογικός νόμος στο άρθρο 72 παρ 11 του ΠΔ 26/2012, προβλέπει ότι Βουλευτές εκλέγονται οι πρώτοι κατά σειρά υποψήφιοι της λίστας του ψηφοδελτίου όπως θα την καθορίσει το κόμμα ανά εκλογική περιφέρεια, και όχι οι πρώτοι σε σταυρούς προτίμησης. Πρόκειται δηλαδή για μια αντίστοιχη πρόβλεψη της διαδικασίας εκλογής των βουλευτών επικρατείας οι οποίοι και εκλέγονται ανάλογα με το ποσοστό κάθε κόμματος, κατά σειρά από λίστα υποψηφίων που αυτό καταρτίζει

Υπηρεσιακή κυβέρνηση ονομάζεται η κυβέρνηση που έχει αναλάβει προσωρινά, χωρίς να εκλεγεί αλλά οριστεί, με το σκοπό να διενεργήσει βουλευτικές εκλογές, και κατά κανόνα δεν αποτελείται από πολιτικούς. Συνήθως τοποθετείται όταν η εκλεγμένη κυβέρνηση έχει εξαντλήσει τη θητεία της ή έχει χάσει την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία, οπότε ορίζεται για να οδηγήσει τη χώρα στις εκλογές. Στην Ελλάδα συνηθιζόταν μέχρι και τη δεκαετία του 1960 λίγο πριν τις εκλογές να παραιτείται ο πρωθυπουργός και να αναλαμβάνει υπηρεσιακός πρωθυπουργός ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου μέχρι να σχηματιστεί νέα Κυβέρνηση μετά τις εκλογές.

Το Σύνταγμα της Ελλάδας, μετά την αναθεώρησή του το 1986, προβλέπει την υπηρεσιακή κυβέρνηση μόνο σε μία περίπτωση: όταν κανένα κόμμα δεν κατορθώνει να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση είτε μετά από εκλογές είτε μετά την απαλλαγή της προηγούμενης κυβέρνησης από τα καθήκοντά της λόγω παραίτησης της ή απόσυρσης της εμπιστοσύνης της Βουλής. Αν κανένα κόμμα δεν μπορέσει να σχηματίσει κυβέρνηση που να απολαύει της εμπιστοσύνης της Βουλής, τότε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, σύμφωνα με το άρθρο 37 παρ. 3 του Συντάγματος, επιδιώκει το σχηματισμό Κυβέρνησης από όλα τα κόμματα της Βουλής για τη διενέργεια εκλογών και διαλύει τη Βουλή. Αν ούτε αυτό καταστεί δυνατόν, τότε αναθέτει στον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου το σχηματισμό Κυβέρνησης όσο το δυνατόν ευρύτερης αποδοχής, για να διενεργήσει εκλογές, και διαλύει τη Βουλή. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει τη διακριτική ευχέρεια να επιλέξει ποιον θα διορίσει πρωθυπουργό ανάμεσα στους Προέδρους των τριών ανώτατων δικαστηρίων της χώρας, με γνώμονα πάντα την όσο το δυνατόν ευρύτερη αποδοχή του.

Τελευταίος Έλληνας υπηρεσιακός πρωθυπουργός ήταν ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου Ιωάννης Γρίβας, για την περίοδο από 12 Οκτωβρίου μέχρι 23 Νοεμβρίου 1989, ο οποίος διορίστηκε ύστερα από την παραίτηση της κυβέρνησης Τζαννετάκη, προκειμένου να διεξαχθούν οι εκλογές του Νοεμβρίου του 1989.

Καταχώρηση Αγγελίας